Αόριστος και μετοχή παρακειμένου
swell
Το swell είναι ανώμαλο ρήμα: ο αόριστός του είναι swelled και η μετοχή παρακειμένου swollen.
- Βασικός τύπος
- swell
- Αόριστος
- swelled
- Μετοχή παρακειμένου
- swollen
- Στα ελληνικά
- πρήζομαι, φουσκώνω
- Ορισμός στα αγγλικά
- (Especially of a part of the body) become larger or rounder in size, typically as a result of an accumulation of fluid.
- Παράδειγμα
- “Her bruised knee was already swelling up.”
- Επίπεδο CEFR
- B2Στην κλίμακα CEFR, από A1 (αρχάριοι) έως C2 (άριστη γνώση).Όλα τα ανώμαλα ρήματα επιπέδου B2
- Μοτίβο
- ABCΟι τρεις τύποι είναι διαφορετικοί, όπως begin, began, begun.Όλα τα ρήματα με αυτό το μοτίβο