Αόριστος και μετοχή παρακειμένου
wear
Το wear είναι ανώμαλο ρήμα: ο αόριστός του είναι wore και η μετοχή παρακειμένου worn.
- Βασικός τύπος
- wear
- Αόριστος
- wore
- Μετοχή παρακειμένου
- worn
- Στα ελληνικά
- φορώ
- Ορισμός στα αγγλικά
- Have on one's body or a part of one's body as clothing, decoration, protection, or for some other purpose.
- Παράδειγμα
- “He was wearing a dark suit.”
- Επίπεδο CEFR
- A2Στην κλίμακα CEFR, από A1 (αρχάριοι) έως C2 (άριστη γνώση).Όλα τα ανώμαλα ρήματα επιπέδου A2
- Μοτίβο
- ABCΟι τρεις τύποι είναι διαφορετικοί, όπως begin, began, begun.Όλα τα ρήματα με αυτό το μοτίβο